Showbiz

Νίκος Ξανθόπουλος: Το «ημερολόγιο» με τις απίθανες διηγήσεις από τα ταξίδια του σε όλο τον κόσμο

today22 Ιανουαρίου, 2023 8

Φόντο
share close
Ο ηθοποιός και τραγουδιστής τις τελευταίες δεκαετίες μπορεί να απείχε από τα φώτα της δημοσιότητας – είχε αφοσιωθεί στο κτήμα του και στις καλλιέργειες του, ωστόσο είχε επιλέξει να έχει συχνή επικοινωνία με τους θαυμαστές και φίλους του μέσα από την προσωπική του σελίδα στο Facebook, όπου ο ίδιος διαχειριζόταν.

Μια επίσκεψη στην σελίδα του είναι αρκετή για να διαπιστώσει κάποιος πως οι αναρτήσεις του μοιάζουν με προσωπικό ημερολόγιο, με τον Νίκο Ξανθόπουλο να μοιράζεται τις σκέψεις του αλλά και του προβληματισμούς του, όπως έκανε την ημέρα που ο αγαπημένος  εγγονός του αποκάλυψε πως θα γίνει ηθοποιός. Σημαντικές κι οι αναρτήσεις από τα ταξίδια που πραγματοποίησε σε όλο τον κόσμο από τα οποία είχε να μοιραστεί και μια ιστορία.

Σε ταξίδι στον Καναδά πληροφορήθηκε πως πεθαίνει ο πατέρας του:

Τα ταξίδια της αγωνίας..

Πολλές φορές, όπως γύριζα την Αμερική, την Ευρώπη, την Αυστραλία, τύχαινε να συναντήσω στ’ αεροδρόμια ανθρώπους άυπνους, με κόκκινα μάτια, αξύριστους, που περίμεναν να πάρουν την πτήση για την πατρίδα. Καταλάβαινα. Γνωστή ιστορία, κάποιος δικός τους πεθαίνει ,η μάνα, ο πατέρας, και φεύγουν βιαστικά, πολλές φορές αλλάζοντας δυο-τρία αεροπλάνα μέχρι να πάρουν το τελευταίο για την Ελλάδα..
Σκηνικό που το’ βλέπα συχνά στα ταξίδια μου. Δέν φανταζόμουνα ότι θα μου τύχαινε και μένα.
Δούλευα στο Μόντρεαλ , όταν με πήρε στο τηλέφωνο η Εριφύλη. Έλα, ο πατέρας σου πεθαίνει.
Ο πατέρας μου μέχρι τα ογδόντα του έπαιζε μπάλα με τα παιδιά μου, δέν μπορούσα να τον φανταστώ άρρωστο, και μάλιστα στα τελευταία του.
Ρώτησα άν μπορώ να βγάλω το Σαββατοκύριακο. Μου είπανε προλαβαίνεις δέν προλαβαίνεις. Ξεκίνησα τη Δευτέρα κι όλο στο μυαλό μου στριφογύριζε το ποίημα του Διονυσίου Σολωμού..
Του πατέρα σου όταν έρθεις δέ θα δείς παρά τον τάφο

είμαι μπρός του και σου γράφω μέρα πρώτη του Μαγιού..
Πρόλαβα ευτυχώς . Αξύριστος και άυπνος κι εγώ όπως εκείνοι, οι μετανάστες που συναντούσα στα διάφορα αεροδρόμια του κόσμου…

Όταν ο εγγονός τον ενημέρωσε πως θέλει να γίνει ηθοποιός :

“Eν τέλει ο μικρός μου ο εγγονός το αποφάσισε, θα γίνει ηθοποιός.

Κλείσιμο

– Βρέ διάβολε ξέρεις τί πάς να κάνεις; Ξέρεις τί φουρτούνες έχεις να παλέψεις ;
– Ξέρω παππού αλλά θέλω να γίνω ηθοποιός .
– Βρέ θα πεινάσεις . Πώς θα ζήσεις την οικογένεια σου ; Είναι δύσκολα τα πράματα , ξεπερνάνε τις αντοχές του ανθρώπου .
Τίποτα αυτός απο το ένα αυτί μπαίνουν αυτά που του λέω απ τ άλλο βγαίνουν .
Εγώ θα γίνω ηθοποιός…
Σύνθετη η αποστολή του ηθοποιού . Εκτός απ τη διδαχή, απ το πνευματικό μέρος , είναι και βιοποριστικό επάγγελμα , πρέπει να ζήσεις, να συντηρήσεις την οικογενειά σου. Ακόμα κι οι μαθητές του Χριστού , λέγεται ότι είχαν κι ένα επάγγελμα.
Ο Κατράκης θυμάμαι μας έλεγε πώς το θέατρο είναι δουλειά για πλούσιους ανθρώπους , να δημιουργούν απερίσπαστοι . Και ο Κούν, ότι ο ηθοποιός πρέπει νάναι ασκητής…
Δεν θα ζώ να τον δώ να θαλασσοδέρνεται , αλλά απο τώρα μούβαλε μιά ακόμη έγνοια .. Άντε κι ο θεός βοηθός..”

Ο μοναχικός θαυμαστής στο Σικάγο και το τραγούδι «Χελιδονάκια»:

“Θέλω να σας πώ μιά μικρή ιστορία. Τραγουδούσα στο Σικάγο στο ΟLympic Flame , πάνε χρόνια . Είχα παρατηρήσει ένα μοναχικό τύπο που ερχόταν συχνά τα βράδια , πάντα μόνος , καθότανε στο σκαμπό του μπάρ κι έπινε το ποτό του σιωπηλός . Συχνά τα βράδια είπα ; μπορεί και να μήν έλειψε κανένα βράδι .Μούκανε εντύπωση . Μιά φορά που βρέθηκα στο μπάρ δίπλα του είπε να με κεράσει.. Πάντα μόνος; του λέω .. Ναί , σχόλασα κι είπα να πιώ κάνα δυό να χαλαρώσω, να πάω για ύπνο.. Απο ποϋ είσαι; ..Αρκαδία .. Απο πού; Ένα χωριό δέν τόχεις ακουστά , την Καντήλα .. Σε ποιό εστιατόριο δουλεύεις; .. Είμαι κουρέας ..πάω να φύγω και με πιάνει απ το μανίκι .. Θα μου κάνεις μια χάρη ;.. Αμέ .. Λές τραγούδια όλο γι αυτούς που γλεντάνε, θα πείς ένα για μένα , ένα παραπονιάρικο ; Τον κοίταξα, τον είχε ρημάξει η μοναξιά . Ότι θέλεις.. Ένα παραπονιάρικο θέλω, για τη μάνα..
Βγήκα στο πάλκο κι άρχισα τα ΧΕΛΙΔΟΝΑΚΙΑ..

Τον παρατηρούσα απο μακριά, μόνο που δεν έκλαιγε. Ξαφνικά πετάει το ποτήρι που κρατούσε και το κάνει κομάτια . Τόν βγάλανε έξω σηκωτό, δεν τον πρόλαβα…
Απο τότε αυτό το τραγούδι με πειράζει..”

Στον Καναδά τον αποκάλεσαν «small John Wayne»:

“Mιά φορά στην πολιτεία της Αλμπέρτα του Κάναδα, όπου παίξαμε στο Κάλγκαρι και στο Έντμοντον, σταματήσαμε σ ένα ινδιάνικο χωριό, το Μπέμφ, να δούμε τη ζωή των ανθρώπων . Το χωριό ινδιάνικο, δήμαρχος ένας Έλληνας απο την Κόρινθο. Μάς ξενάγησε, μας πήγε και σε κατι ιαματικά λουτρά που ήταν το καμάρι της πετιοχής.
Εκεί συναντήσαμε κι έναν Αμερικανό ηθοποιό που έπαιζε σε καουμπόϊκες ταινίες, έναν με χοντρά χείλια, τον Λή Μάρβιν , είχε έρθει για τα Λουτρά. Μας συστήσανε . Του λέει ο δήμαρχος .. Αυτός είναι ένας Έλληνας ηθοποιός που παίζει στο σινεμά .. Αλήθεια, λέει ο άλλος ευγενικός και καταδεχτικός . Κι όταν του λένε ότι έχω γυρίσει πενήντα ταινίες, με κοίταξε απο πάνω ως κάτω.
Μωρέ μπράβο μου λέει , εσύ είσαι Τζον Γουέην .
Η Ελλάδα ειναι μικρή χώρα του λέω , σμόλ κάντρι , σμόλ Τζόν Γουέην..
Και βάλαμε τα γέλια …”

Θαυμαστής στο Βανκούβερ του αποκάλυψε πως χώρισε με την γυναίκα του εξαιτίας μιας ταινίας του:

“Στο Βανκούβερ έχω πάει τέσσερις φορές. Στη μία απο αυτές είχα ένα απροσδόκητο περιστατικό και θα σας το πώ ..
Έχω βγεί στο πρόγραμμα και τραγουδάω. Μπροστά μπροστά στην πίστα σ ένα τραπέζι είναι τέσσερα άτομα , τέσσερις άντρες και γλεντάνε. Πίνουνε συνέχεια , τραγουδάνε μαζί με εμένα , κουνάνε τα χέρια κάτι λένε , γελάνε. Έν ολίγοις φαίνονται ευτυχισμένοι . Ο ένας απο αυτούς που φαινόταν κι αρχηγός, όλο μου κάνει νόημα , να πάω στήν παρέα , να κάτσω μαζί τους. Στείλανε και το σερβιτόρο να μου το πεί. Όταν τέλειωσα πήγα. Αγκαλιές φιλιά ο αρχηγός , Νικόλα αδερφέ έλα κάτσε. Νάξερες τι σου χρωστάω, τι είσαι εσύ για μένα ,τι θα κεράσουμε, τι θα πιείς ; Πίνανε ουΐσκυ. Γυρίζω στο σερβιτόρο, πιάσε ένα καθαρό . Τί είναι αυτά που λές, πετάγεται ο τύπος , φέρε ένα μπουκάλι Chivas ή καλύτερα φέρε μια κάσα σαμπάνιες κι άνοιξε τες εδώ μπροστά στον Ξανθοπουλο. Μώρ τί ειναι τούτος σκέφτομαι . Έν τέλει του λέω, θα μου πείς τί είμαι εγώ γιά σένα ;;Τί μου χρωστάς ;;
Άκου μου λέει , εγώ είμαι μαγαζάτορας, έχω ´ενα μαγαζί εδώ πιό έξω σ ένα τουριστικό μέρος, το Καπιλάνο.. Κάθε που είναι καλός ο καιρός γίνεται το σώσε.. Μου λέει ένα Σάββατο η γυναίκα μου , άκου να δείς, εμένα αύριο μή με υπολογίζεις θα κατέβω στο Βανκούβερ . Μωρή τρελάθηκες της λέω, αύριο θάχουμε πολύ κόσμο, πού θα πάς; Αύριο θα παίζει ταινία του Ξανθόπουλου μου λέει δέ θέλω να τη χάσω . Δέ θα πάς , θα πάω , δέ θα πάς. Άν πάς μή γυρίσεις της λέω..
Και εντέλει πήγε η αθεόφοβη και της έκλεισα την πόρτα κι ησύχασα ..
Κατάλαβες τώρα τί σου χρωστάω ;»

Αξέχαστη η πρώτη περιοδεία στην Αυστραλία :

“Η πρώτη περιοδεία μας στην Αυστραλία..
Πηγαίναμε απο πόλη σε πόλη με το αεροπλάνο γιατί οι αποστάσεις είναι τεράστιες. Πέρθ, Μελβούρνη, Σίδνεϊ , Αντελάϊτ, Καμπέρα , Μπρίσμπαιην , Ντάργουιν .
Και καπάκι η έκπληξη. Πετάξαμε στο Ουέλινγκτον της Νέας Ζηλανδίας.
Περιοδεία καταπληκτική που οργάνωσαν οι Έλληνες κινηματογραφιστές της Αυστραλίας που έπαιζαν τις ταινίες μου.. Περιοδεία αξέχαστη..”

Τα ξαδέλφια στην Πενσιλβανία :

“Δεκαετία του εβδομήντα .. Μιά βραδια στην Πενσιλβάνια . Η εκδήλωση έγινε στή Φιλαδέλφεια ,όπου έχω και κάτι ξαδέρφια . Χαμός..”

Ο Ζαμπέτας και οι αστακοί στο Σίδνεϋ :

«Για κάποιους φίλους απο το Σίδνεϋ της Αυστραλίας . – Οι αστακοί είναι απο το Μπρίσμπαιην μου λέει ο ψαράς, υπάρχει αφθονία εκεί .Έτυχε να είναι κι ο Ζαμπέτας εκεί την ίδια εποχή . Μου λέει την άλλη μέρα στο χοτέλι – Αμάν αδερφάκι μου τούς έχω μουρλάνει, πρωΐ μεσημέρι βράδυ αστακό, έβγαλα το άχτι μου».

«Οι πρόσφυγες πληρώνουν το λογαριασμό…»:

«Στο Ντάργουιν της Αυστραλίας μπροστά σ ένα σκάφος της ακτοφυλακής . Ήτανε δύσκολες εποχές . Υπήρχε ο πόλεμος στο ΒιέτΝάμ και η ακτοφυλακή περιπολούσε στις ακτές μήν αποβιβαστούν τίποτε θαλασσοδαρμένοι πρόσφυγες εκείνου του φονικού πολέμου . Παντού τα πάντα . Και πάντα οι πρόσφυγες πληρώνουν το λογαριασμό.. Πολλές φορές με το αίμα τους..»

Πρώτο ταξίδι στο εξωτερικό για περιοδεία με το Εθνικό Θέατρο :

“Είκοσι χρονώ καί κάτι. Περιοδεία με το Εθνικό Θέατρο στην πάλαι ποτέ ενιαία Γιουγκοσλαβία .Εδώ βόλτα στο Ζάγκρεμπ.Η χώρα φτωχή ,τίποτα το εντυπωσιακό ,μόνον η όπερα .Απο τότε τη μισή ζωή μου την έφαγα εκτός Ελλάδος”

Στην Γερμανία με τους πρώτους ξενιτεμένους :

“Η φωτογραφία κιτρίνισε , ξεθώριασε . Δεκαετία του εξήντα κι εγώ με την ορχήστρα και το θίασο μου στη Γερμανία . Ο κόσμος φρέσκος ακόμη , μόλις αδειάσανε τα χωριά της Ελλάδας και πήραν οι άνθρωποι μας τον δρόμο της ξενιτιάς . Χαΐρι δεν υπήρχε στόν τόπο μας . Καλή ώρα όπως τώρα που πήρε πάλι η νεολαία τούς δρόμους . Παιδιά που τα μεγαλώσαμε και τα μορφώσαμε , πάνε να προσφέρουν τίς γνώσεις και τη δύναμή τους σ άλλες χώρες . Η ανεργία σου κόβει τα πόδια
Εδώ λοιπόν στη φωτογραφία θαρρώ πως είμαστε στη Νυρεμβέργη . Με τη σειρά που φαίνονται απο αριστερά Καπλέρης Καλέργης Δημόπουλος Μανισαλής κι ο Κουλαξίζης ο Λάζαρος ..Ένα τραγούδι δέν μπορέσαμε να το τελειώσουμε . Άκουγες ν ανοίγουν οι τσάντες των γυναικών να βγαίνουν τα μαντήλια και μας έπιανε ένας κόμπος στο λαιμό . Άντε τώρα εσύ να τραγουδήσεις . Και τα τραγούδια απο τίς ταινίες όλο παράπονο .. Χίλιες ξενιτιές δεν κάνουν μια πατρίδα .. Παιδί μου παιδί μου … Πατέρα μου με γέλασες…κλπ”

Στο Λάουφ, έξω από την πατρίδα του Κίσιγκερ :

“Κάποτε στο Λάουφ, έξω απο την πατρίδα του Κίσιγκερ πολύ κοντά στη Νυρεμβέργη, τέσσερις φορές επιχείρησα να πω ένα τραγούδι και δέν τα κατάφερα.. Μόλις το άρχιζα ανοίγανε οι τσάντες, βγαίνανε τα μαντίλια κι έβλεπα τον κόσμο που έκλαιγε. Ένας κόμπος ανέβαινε στο λαιμό μου. Σταματούσα.
Τους έλεγα , τι είναι η Γερμανία, δυό βήματα είναι απο την Ελλάδα. Το καλοκαίρι θα πάτε, θα δείτε τους δικούς σας, τα παιδιά σας. Τι να πουν οι άλλοι που είναι στον Καναδά, στην Αυστραλία, εκεί ειναι ξενιτιά.. Ξανά εισαγωγή, προσπαθούσα να το πώ, τα ίδια, μαντίλια και κλάματα. Το τραγούδι είναι αλήθεια , σε άγγιζε..
“Όποιος ξέρει ξενιτειά τι πάει να πεί,
Όποιος είδε τους καημούς της με τα μάτια του
Δέ θα πάταγε ποτέ σε ξένη γή,
για να φάει τη ζωή του και τα νιάτα του.
Δέν θέλω άλλες προκοπές, την τύχη μου την είδα
κι άν πάρω χίλιες ξενιτιές , δεν φτιάχνω μια πατρίδα “
Μ ´έπιανε και μένα η συγκίνηση γιατί την προηγούμενη χρονιά ειχα γυρίσει με θέατρο όλη την Ελλάδα. Παντού ερημιά, μόνο γέροι και παιδιά , έρημα σπίτια και χορταριασμένες αυλές..
Στο τέλος το πήρα απόφαση οτι δέν είναι δυνατόν να το πούμε το τραγούδι κι έβαλα ένα χαρούμενο, ν αλλάξει η ατμόσφαιρα, να ξεδώσει ο κόσμος…”

Κλείσιμο

ΠΗΓΗ

Αρθρογράφος

Written by: Νίκος Γεωργακόπουλος

Rate it

Προηγούμενο Άρθρο

Σχόλια σε άρθρα (0)

Αφήστε ένα σχόλιο

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *


Κάντε εγγραφή στο newsletter

0%